Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

Λογική η αρνητική έκπληξη από τη Standard and Poor's - Δεν αξιολόγησε την Ελλάδα, διατήρησε το BBB με σταθερό outlook

Λογική η αρνητική έκπληξη από τη Standard and Poor's - Δεν αξιολόγησε την Ελλάδα, διατήρησε το BBB με σταθερό outlook
Η Standard and Poor’s ούτε καν δημοσιοποίησε αξιολόγηση …
Δεν αξιολόγησε την ελληνική οικονομία στις 24 Απριλίου 2026 ο αμερικανικός οίκος Standard and Poor’s, εξέλιξη που μπορεί να θεωρηθεί αρνητική έκπληξη αλλά και αναμενόμενη, αφού η κατάσταση στη Μέση Ανατολή και το γεωπολιτικό ρίσκο δεν επέτρεψαν οποιαδήποτε αλλαγή στην πιστοληπτική ικανότητα.
Με άλλα λόγια, δεν αναμενόταν ούτε αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδος από ΒΒΒ.
Την τακτική αυτή της μη αξιολόγησης την έχουμε ξαναδεί και στο παρελθόν και τουλάχιστον δεν αποτελεί πρωτόγνωρη εξέλιξη.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, τις προσεχείς ημέρες θα δημοσιοποιήσει κάποια έκθεση - ανάλυση για την Ελλάδα όπου ουσιαστικά θα αναλύει την τρέχουσα κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας χωρίς όμως αξιολόγηση.
Σε κάθε περίπτωση, πλέον οι αξιολογήσεις στερούνται ουσίας και επαφής με την πραγματική οικονομία,
Ενώ το Μαξίμου πανηγυρίζει κάθε φορά για τα μάτια των επενδυτών, η κοινωνία παραμένει εγκλωβισμένη στην ακρίβεια και οι αγορές αντιλαμβάνονται πως οι αριθμοί των οίκων είναι απλώς «χάρτινοι πύργοι».

Οι αξιολογήσεις

Το 2025 αποτέλεσε έτος-ορόσημο για τις αναβαθμίσεις του ελληνικού αξιόχρεου. Όπως είχε γράψει το Bankingnews, η βασική αιτία της αναβάθμισης θα είναι ξεκάθαρα η τραπεζική σταθερότητα και ανάπτυξη, οι τράπεζες έχουν καταστεί πόλος σταθερότητας.
Για το 2026, ο πρώτος κύκλος των αξιολογήσεων άνοιξε την Παρασκευή 6 Μαρτίου με τον καναδικό οίκο DBRS να διατηρεί σε BBB τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας, όπως αναμενόταν, χωρίς να μεταβάλει στις σταθερές προοπτικές επαναξιολόγησης (trend), αμετάβλητη ήταν η αξιολόγηση από την Moody’s στις 13/3 η οποία διατήρησε τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας στο επίπεδο Baa3, χωρίς να μεταβάλει τις σταθερές προοπτικές επαναξιολόγησης (outlook).
Ομοίως και η γερμανική Scope διατήρησε αμετάβλητη την αξιολόγηση την Παρασκευή 20/3.
Ακολουθεί η S&P στις 24 Απριλίου και η Fitch στις 8 Μαΐου.
Ο δεύτερος γύρος ξεκινά στις 4 Σεπτεμβρίου, και πάλι με την DBRS, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η 18η Σεπτεμβρίου καθώς θα έχουμε διπλή αξιολόγηση την ίδια ημέρα από Moody’s και Scope.
Η αυλαία πέφτει στις 23 Οκτωβρίου με την S&P και στις 6 Νοεμβρίου με τη Fitch.
Υπενθυμίζεται ότι το 2023 χαρακτηρίστηκε από την περιβόητη επιστροφή της Ελλάδος στην επενδυτική βαθμίδα μια παρωχημένη διαδικασία καθώς όπως έχουμε αναλύσει διεξοδικά… η ΕΚΤ έκανε την δουλειά πριν 3 χρόνια… όταν αποφάσισε να αγοράσει και τα ελληνικά ομόλογα τότε junk bond από το παράθυρο.
Η Ελλάδα βρέθηκε άτυπα σε πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, το περιβόητο πρόγραμμα Πανδημίας χωρίς να πληροί τα κριτήρια…
Το 2024 γίναμε μάρτυρες μιας κακοστημένης διαδικασίας χειραγώγησης από τους οίκους αξιολόγησης όπου προέβησαν σε μπαράζ αναβαθμίσεων ώστε η Ελλάδα να αποκτήσει επενδυτική βαθμίδα.
Το investment grade ή επενδυτική βαθμίδα σε ένα κόσμο λογικό θα είχε σημασία αλλά από τότε που εμφανίστηκε η ακραία στρεβλωμένη ποσοτική χαλάρωση ουσιαστικά μετρίασαν την αξία των οίκων αξιολόγησης.
Το 2024 το βασικό κίνητρο για να αναβαθμιστεί η Ελλάδα σε επενδυτική βαθμίδα ήταν κυρίως πολιτικό.
Η αξιοπιστία των οίκων αξιολόγησης αμφισβητείται, πληρώνονται κάθε φορά που συντάσσουν μια έκθεση και συνήθως για να παίρνουν δουλειές… πουλάνε θετικά σενάρια… εντούτοις για μεγάλο μέρος των επενδυτών είναι υπολογίσιμοι οι οίκοι αξιολόγησης.
Από την άλλη, όλα αυτά δεν έχουν και πολύ μεγάλη σημασία, αφού οι κεντρικές τράπεζες έχουν ακυρώσει την επίδραση των οίκων αξιολόγησης.
Είναι αξιοσημείωτο ότι από τα 403,86 δισ. ευρώ του ελληνικού δημόσιου χρέους, 105,2 δισ. ευρώ αφορούσαν κρατικά ομόλογα, 218,8 δισ. ευρώ δάνεια μηχανισμών στήριξης, 8,4 δισ. ευρώ έντοκα γραμμάτια και περίπου 57 δισ. ευρώ repos.
Σε εκείνη τη φάση, το ελληνικό δημόσιο βασιζόταν σε σημαντικό βαθμό στον ενδοκυβερνητικό δανεισμό για τη διαχείριση της ρευστότητας, γεγονός που εξηγούσε γιατί τα repos παρέμεναν σε υψηλά επίπεδα.
Από το σύνολο του χρέους, αυτό που βρισκόταν ουσιαστικά σε κυκλοφορία ήταν τα περίπου 105 δισ. ευρώ των κρατικών ομολόγων, καθώς τα δάνεια των μηχανισμών στήριξης δεν αποτελούν διαπραγματεύσιμους τίτλους. Επιπλέον, ήδη τότε, σημαντικό μέρος αυτών των ομολόγων κατείχε η ΕΚΤ, περιορίζοντας περαιτέρω το πραγματικό free float της αγοράς.
Για το 2026 το ελληνικό δημόσιο χρέος προβλέπεται να διαμορφωθεί στα 359,3 δισ. ευρώ ή στο 138,2% του ΑΕΠ.
Ωστόσο, με την επιβάρυνση από τα senior δάνεια του νόμου Κατσέλη εκτιμάται ότι θα αυξηθεί περίπου στα 360,3 δισ. ευρώ, την ώρα που το 2025 είχε ανέλθει στα 362,8 δισ. ευρώ ή 145,9% του ΑΕΠ, χωρίς ωστόσο να έχει αλλάξει ριζικά η δομή του.
Τα κρατικά ομόλογα παραμένουν κοντά στα 100 δισ. ευρώ, τα δάνεια των μηχανισμών στήριξης εξακολουθούν να αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του χρέους, ενώ η μείωση του συνολικού μεγέθους οφείλεται κυρίως στη συρρίκνωση βραχυπρόθεσμων και ταμειακών υποχρεώσεων.
Υπό αυτή την έννοια, η αναβάθμιση της Ελλάδας σε επενδυτική βαθμίδα αφορά μια περιορισμένη αλλά κρίσιμη αγορά τίτλων, και όχι το σύνολο του δημόσιου χρέους. Οι οίκοι αξιολόγησης δεν επαναλαμβάνουν τα σφάλματα της περιόδου 2008–2009, καθώς το ρίσκο που αναλαμβάνουν σήμερα είναι σαφώς περιορισμένο, δεδομένης της θεσμικής δομής και των μακρών λήξεων του ελληνικού χρέους.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης